Σάββατο 22 Αυγούστου 2026
«Ανθρωποδιώκτης» το ΕΣΥ για τους υγειονομικούς – Πόσα χρήματα παίρνουν γιατροί, νοσηλευτές και βοηθοί
Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026
Την Παρασκευή 04/09/2026 Πανελλαδική Συγκέντρωση 8.30πμ στο Ιπποκράτειο Θεσσαλονίκης και πορεία στο Υπουργείο Μακεδονίας - Θράκης για την απαξίωση του ΕΣΥ.
ΑΘΗΝΑ 20/08/2026
ΑΡ. ΠΡΩΤ.: 965
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 4 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2026
ΟΡΓΑΝΩΝΟΥΜΕ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ
8.30πμ στο ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ
ΠΟΡΕΙΑ ΣΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ - ΘΡΑΚΗΣ
ΔΥΟ ΣΟΒΑΡΟΙ ΛΟΓΟΙ ΠΟΥ ΑΠΑΞΙΩΝΕΤΑΙ ΤΟ Ε.Σ.Υ. ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΥΓΕΙΑΣ
Με αναλυτικές πολυσέλιδες ανακοινώσεις θα κάνουμε γνωστά τα προβλήματα του ΕΣΥ (υποστελέχωση, υποχρηματοδότηση, απογευματινά χειρουργεία, ΜΕΘ κλπ) και τα αιτήματα των εργαζομένων στη Κυβέρνηση και τον Πρωθυπουργό ενόψει εγκαινίων ΔΕΘ.
Ανθρωποδιώκτης των επαγγελματιών υγείας κατάντησε το Ε.Σ.Υ. Έχουμε μαζικές παραιτήσεις από νυν εργαζόμενους και απροθυμία επαγγελματιών υγείας που βρίσκονται στην αγορά εργασίας να εργασθούν στο σύστημα.
1ος Λόγος: Έλλειψη προσωπικού, Εργασιακή εξουθένωση.
Πριν τα Μνημόνια όνειρο ζωής των επαγγελματιών υγείας ήταν η πρόσληψη στο Ε.Σ.Υ. Τώρα όπου φύγει φύγει…..
Τον Ιούλιο 2019 στα νοσοκομεία υπηρετούσαν 60.000 τακτικό προσωπικό και 15.000 μη τακτικό. Σύνολο 75.000.
Τον Οκτώβριο 2021 στην κορύφωση της πανδημίας στα νοσοκομεία υπηρετούσαν 60.718 τακτικό προσωπικό και 33.316 μη τακτικό προσωπικό. Σύνολο 94.034
Τον Αύγουστο του 2025 στα νοσοκομεία υπηρετούσαν 56.100 τακτικό προσωπικό και 31.200 μη τακτικό προσωπικό. Σύνολο 87.300.
Σήμερα κατ’ εκτίμηση στα νοσοκομεία υπηρετούν 56.500 τακτικό προσωπικό και 30.900 μη τακτικό προσωπικό. Σύνολο 87.400
Από την περίοδο κορύφωσης της πανδημίας (είχαμε το περισσότερο προσωπικό στα Νοσοκομεία από ποτέ) και μετά έχουμε ραγδαία μείωση προσωπικού.
Οι επαγγελματίες υγείας στρέφουν την πλάτη τους στο ΕΣΥ, λόγω των δυσμενών συνθηκών εργασίας, τα εξαντλητικά ωράρια, η μη τήρηση θεσμοθετημένων εργασιακών δικαιωμάτων στα ωράρια εργασίας, την εργασιακή εξουθένωση.
2ος Λόγος: Οι χαμηλότατοι μισθοί.
Δέστε στους πίνακες που ακολουθούν. Οι μισθοί των νεοδιόριστων επαγγελματιών υγείας δεν αρκούν ούτε για το νοίκι του σπιτιού τους. Πως μπορεί να ανταπεξέλθει ο νεοδιόριστος υγειονομικός με τέτοιο μισθό, με την ακρίβεια στην αγορά σε υψηλά επίπεδα;
Το ωρομίσθιο παραμένει εξευτελιστικό. Ένας Νοσηλευτής με φουλ κυκλικό ωράριο (7 νύκτες, 7 απογεύματα, 7 πρωϊνά και 3 αργίες το μήνα) λαμβάνει 100 ευρώ επιπλέον.
Τελευταία ευκαιρία για τον Πρωθυπουργό τα εγκαίνια της ΔΕΘ. Να εξαγγείλει μέτρα που θα αντιστρέψουν το κλίμα απαξίωσης του ΕΣΥ. Να ανακτήσουν οι επαγγελματίες υγείας την αξιοπρέπειά τους.
Να γίνει ξανά το ΕΣΥ ελκυστικός χώρος εργασίας. Εξάλλου είναι η ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ καθότι οι εξαγγελίες σε εγκαίνια ΔΕΘ είναι οι τελευταίες πριν τις εθνικές εκλογές.
ΓΙΑ ΤΗΝ Ε.Ε. ΤΗΣ ΠΟΕΔΗΝ
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
ΠΟΕΔΗΝ: Βία κατά των Υγειονομικών
ΑΘΗΝΑ 18/08/2026
ΑΡ. ΠΡΩΤ.: 962
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
ΒΙΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ
Το τελευταίο χρονικό διάστημα, γινόμαστε μάρτυρες σοβαρών περιστατικών βίας που συμβαίνουν στον χώρο της Υγείας σε βάρος εργαζομένων (Ερυθρός Σταυρός, Αγία Σοφία, Παμμακάριστος, ΕΚΑΒ, Βόλος, Αργολίδα κλπ.).
Οι εργαζόμενοι στην Υγεία βρίσκονται καθημερινά στην πρώτη γραμμή και προσφέρουν υπηρεσίες σε όλους τους πολίτες, που προσέρχονται στις Μονάδες Υγείας, μέσα σε δύσκολες και απαιτητικές συνθήκες εργασίας. Κάθε μορφή βίας σε βάρος των εργαζομένων είναι καταδικαστέα και απαράδεκτη και δεν μπορεί να γίνει ανεκτή.
Εκφράζουμε την συμπαράστασή μας στους συναδέλφους και θεωρούμε ότι οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να προχωρήσουν τις προβλεπόμενες διαδικασίες σύμφωνα με το άρθρο 33 του νόμου 5090/2024.
Σύμφωνα με το άρθρο 33 του νόμου 5090/2024 η διατάραξη της λειτουργίας υπηρεσιών Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων είναι ποινικό αδίκημα, διώκεται αυτεπάγγελτα και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή. Κακώς οι αστυνομικές αρχές απαιτούν να υποβληθεί μήνυση από τους εργαζόμενους που προπηλακίζονται που δικαιολογημένα είναι επιφυλακτικοί φοβούμενοι την στοχοποίηση.
Καλούμε τις αρμόδιες αρχές να προχωρήσουν στην τήρηση της κείμενης νομοθεσίας για την προστασία των εργαζομένων στις δομές Υγείας.
Ταυτόχρονα η φύλαξη στα Νοσοκομεία είναι ελλιπής. Τα άτομα των ιδιωτικών εταιρειών φύλαξης ισχυρίζονται ότι δεν έχουν το δικαίωμα σωματικής επαφής με τους ταραξίες. Ως εκ τούτου δεν προστατεύουν το προσωπικό. Γι’ αυτό και ζητάμε την πρόσληψη προσωπικού ΔΕ Προσωπικού Ασφαλείας.
Οι προσερχόμενοι ασθενείς στα επείγοντα των εφημερευόντων νοσοκομείων θα πρέπει να γνωρίζουν ότι γίνεται διαλογή ασθενών. Οι βαριά ασθενείς προηγούνται έναντι άλλων που αντιμετωπίζουν ελαφρότερα προβλήματα υγείας.
Οπότε ψυχραιμία και υπομονή. Δεν φταίνε οι εργαζόμενοι των ΤΕΠ για τις ελλείψεις προσωπικού των Νοσοκομείων.
ΓΙΑ ΤΗΝ Ε.Ε. ΤΗΣ ΠΟΕΔΗΝ
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026
ΣτΕ: Συνταγματική η μη επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας στους δημοσίους υπαλλήλους
Οριστικά κλειστό παραμένει, σύμφωνα με την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), το ζήτημα της επαναφοράς των επιδομάτων εορτών και αδείας στους δημοσίους υπαλλήλους.
Με την απόφαση 1201/2026 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της χώρας έκρινε ότι η επιλογή του νομοθέτη να μην επαναφέρει τα επιδόματα στους δημοσίους υπαλλήλους που καταργήθηκαν με τον ν. 4093/2012 δεν συνιστά ούτε αντισυνταγματική παράλειψη, ούτε παραβίαση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ).
Η υπόθεση έφτασε στην Ολομέλεια μέσω της διαδικασίας της πρότυπης δίκης. Αφετηρία αποτέλεσε αγωγή δημοσίου υπαλλήλου στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία ζητούσε την καταβολή δύο επιπλέον βασικών μισθών για κάθε έτος. Υπέρ του είχε παρέμβει η ΑΔΕΔΥ. Η αξίωση του υπαλλήλου αφορούσε την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 2023 έως 31 Δεκεμβρίου 2024 και στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στην Οδηγία 2022/2041 για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς στην ΕΕ.Ένα από τα βασικά ζητήματα που εξέτασε το ΣτΕ ήταν εάν η συγκεκριμένη ευρωπαϊκή οδηγία μπορούσε να αποτελέσει νομική βάση για την αξίωση του δημοσίου υπαλλήλου. Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η οδηγία μπορούσε να προσβληθεί μόνο για το χρονικό διάστημα μετά τις 15 Νοεμβρίου 2024, ημερομηνία κατά την οποία έληξε η προθεσμία μεταφοράς της στο εθνικό δίκαιο.
Ακόμη η Ολομέλεια του ΣτΕ επικαλέστηκε τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) και ειδικότερα η απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2025 στην υπόθεση C-19/23. Το ΔΕΕ είχε κρίνει ότι η ρύθμιση των αποδοχών των εργαζομένων και ο καθορισμός του κατώτατου μισθού παραμένουν στην αρμοδιότητα των κρατών-μελών.
Επιπρόσθετα, με την απόφασή της η Ολομέλεια έκρινε ότι δεν προέκυψε πως η μη καταβολή των επιδομάτων θέτει σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση των δημοσίων υπαλλήλων. Με βάση τα δεδομένα αυτά και την πάγια νομολογία του σχετικά με τα περιθώρια εκτίμησης του νομοθέτη σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής, το ΣτΕ κατέληξε ότι δεν υφίσταται αντισυνταγματική παράλειψη.
Αναλυτικά η ανακοίνωση της Ολομέλειας του ΣτΕ:
«Με την 1201/2026 απόφασή της η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (Πρόεδρος: Μ. Πικραμένος, Εισηγητής: Ι. Μιχαλακόπουλος) έκρινε ότι ο νομοθέτης δεν παραβίασε ούτε το Σύνταγμα ούτε το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μη επαναφέροντας τα επιδόματα εορτών και αδείας των δημοσίων υπαλλήλων, τα οποία είχαν καταργηθεί ολοσχερώς με τον ν. 4093/2012.
Η απόφαση αυτή εκδόθηκε στο πλαίσιο «πρότυπης δίκης» του άρ. 1 παρ. 1 ν. 3900/2010. Το Συμβούλιο της Επικρατείας δίκασε αγωγή που είχε ασκήσει δημόσιος υπάλληλος στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, ζητώντας δύο επί πλέον βασικούς μισθούς για κάθε έτος. Στο Διοικητικό Πρωτοδικείο είχε παρέμβει η ΑΔΕΔΥ υπέρ αυτού. Κατά τον ενάγοντα, η παράλειψη του νομοθέτη εντοπιζόταν στο διάστημα 1.1.2023 – 31.12.2024
Δεδομένου ότι ο ενάγων είχε επικαλεσθεί μη μεταφορά ή πλημμελή (με τον ν. 5163/2024) μεταφορά της Οδηγίας 2022/2041 «για επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση» (L 275), το Συμβούλιο της Επικρατείας αποσαφήνισε κατ’ αρχάς, στηριζόμενο σε πάγια νομολογία δική του και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), ότι μόνο για το διάστημα μετά την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς της Οδηγίας (15.11.2024) και εξής θα μπορούσε να γίνει επίκληση της Οδηγίας.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας τοποθετήθηκε, όμως, και επί του βασίμου για το εφεξής διάστημα, λαμβάνοντας υπόψη του τα κριθέντα από το ΔΕΕ σε απόφασή του της 11.11.2025 (υπόθεση C-19/23). Το ΔΕΕ έκρινε ότι δεν αποτελεί ευρωπαϊκή έννοια η «επάρκεια του κατωτάτου μισθού» και ότι το ζήτημα της ρύθμισης των αποδοχών γενικά των μισθωτών -και του κατωτάτου μισθού ειδικά- ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη. Μάλιστα το ΔΕΕ ακύρωσε -πλην των άλλων- διάταξη της Οδηγίας 2022/2041, η οποία δέσμευε τα Κράτη – Μέλη να συμπεριλάβουν στα εθνικά κριτήρια καθορισμού κατωτάτων μισθών τα τέσσερα στοιχεία που απαριθμούνταν εκεί («αγοραστική δύναμη των νόμιμων κατώτατων μισθών, λαμβανομένου υπόψη του κόστους διαβίωσης», «γενικό επίπεδο των μισθών και την κατανομή τους», «ρυθμό αύξησης των μισθών» και «τα εθνικά επίπεδα και τις εξελίξεις, μακροπρόθεσμα, στην παραγωγικότητα»). Έκρινε, επίσης, το ΔΕΕ ότι ούτε το άρθρο 31 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. θα μπορούσε να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ε.Ε. πέραν των αρμοδιοτήτων της, όσον αφορά τις «αμοιβές» ή το δικαίωμα σε «επαρκείς» ή «δίκαιους» νόμιμους κατώτατους μισθούς.
Κατόπιν αυτών το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι ούτε η Οδηγία παρείχε (σε ιδιώτες) δικαίωμα με επαρκώς προσδιορισμένο περιεχόμενο [βλ. απόφαση Δ.Ε.Κ. της 19.11.1991 επί των υποθέσεων C – 6/90 και C – 9/90, Francovich και Bonifaci], το αξιούμενο δηλαδή από τον ενάγοντα, ούτε μπορούσε να τύχει επίκλησης ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Απέρριψε, έτσι την αγωγή ως προς αυτή της την βάση.
Στη συνέχεια, έχοντας υπόψη του στοιχεία για τη δημοσιονομική πορεία της Χώρας μετά το έτος 2018 και τις συναφείς υποχρεώσεις που ανέλαβε η Ελλάδα στο πλαίσιο του λεγόμενου «Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Πλαισίου Οικονομικής Διακυβέρνησης», καθώς και σε στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής σχετικά με το «όριο φτώχειας», το Συμβούλιο της Επικρατείας προχώρησε σε επισκόπηση της πορείας των ρυθμίσεων του μισθολογικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων μετά τον (ισχύοντα και σήμερα, σχετικό) ν. 4354/2015 και της εκτιμώμενης πρόσθετης, πάγιας, ετήσιας δημοσιονομικής επιβάρυνσης που προκαλούσαν όχι μόνον οι κατά καιρούς γενικές ρυθμίσεις, αλλά και παράπλευρες, μισθολογικού χαρακτήρα ρυθμίσεις για ειδικές κατηγορίες ή καταστάσεις καθ’ όλο αυτό το διάστημα. Έλαβε υπόψη την τάξη μεγέθους των εθνικά χρηματοδοτουμένων, καθαρών πρωτογενών δαπανών (όπου υπάγεται η μισθοδοσία, αλλά και δημόσιες επενδύσεις, οι δαπάνες για συντάξεις κ. ά.). Έκρινε, περαιτέρω, ότι η ρύθμιση του γενικού μισθολογικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων με τους νόμους 4354/2015, 5045/2023 και 5163/2024, καθώς και οι παράπλευρες, μισθολογικού χαρακτήρα ρυθμίσεις της πρόσφατης περιόδου αποτελούν μίαν επί μέρους πτυχή συνόλου πολιτικών οι οποίες ιεραρχούνται (με τρόπο ο οποίος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο) και αποτιμώνται στα κατά καιρούς ισχύσαντα Μεσοπρόθεσμα Πλαίσια, ενώ η προκαλούμενη από αυτές επιβάρυνση κινείται εντός των δημοσιονομικών πλαισίων.
Δικαιολογείται, συνεπώς, κατά το Δικαστήριο η διαχρονική στάση του νομοθέτη στο επίμαχο ζήτημα και από λόγους δημοσίου συμφέροντος, αναγόμενους στη δημοσιονομική ευστάθεια της Χώρας, αν ληφθεί υπόψη -στο πλαίσιο του οριακού δικαστικού ελέγχου- η τάξη μεγέθους της πάγιας, επί πλέον επιβάρυνσης από την χορήγηση αδιαφοροποίητα στο σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων μιας παροχής τέτοιου ύψους (δύο επί πλέον βασικών μισθών ετησίως). Εξ άλλου, δεν προέκυψε, ότι τίθεται σε κίνδυνο η αξιοπρεπής διαβίωση τω μισθοδοτούμενων από τη μη χορήγηση των επίμαχων επιδομάτων. Έτσι, με επίκληση και της πάγιας νομολογίας του για τα περιθώρια εκτίμησης του εθνικού νομοθέτη σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι ουδεμία αντισυνταγματική παράλειψη συνέτρεξε.
Τέλος, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή και σε ότι αφορά την παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της απαγόρευσης διακρίσεων του άρ. 6 παρ. 1 της Οδηγίας 2022/2041 έναντι των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα. Επικαλέσθηκε το Δικαστήριο τη μεταχείριση που επιφυλάσσει στους δημοσίους υπαλλήλους το Σύνταγμα και ο Υπαλληλικός Κώδικας και θεώρησε κατόπιν αυτού προφανές ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν τελούν υπό τις ίδιες ή, έστω, παρόμοιες συνθήκες παροχής των υπηρεσιών τους με τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα. Τούτο έχει ως συνέπεια να μην παραβιάζει την αρχή της ισότητας η μη πρόβλεψη των επιμάχων επιδομάτων για τους δημοσίους υπαλλήλους. Αποτελεί δε επαρκές διαφοροποιητικό στοιχείο μεταξύ των δύο κατηγοριών, σύμφωνα και με το άρ. 6 παρ. 1 της Οδηγίας 2022/2041, το γεγονός ότι το ζήτημα της διάρθρωσης των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων και του καθορισμού του ύψους τους (και για τον κατώτατο μισθό), έχει άμεσες και δυνητικά σημαντικές επιπτώσεις στη δημοσιονομική κατάσταση των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης και κατ’ επέκταση στη δημοσιονομική ευστάθεια του Κράτους. Στο τελευταίο αυτό ζήτημα, όμως, της παράβασης της αρχής της ισότητας, διατυπώθηκε μειοψηφία έξι μελών του Δικαστηρίου.
Το Συμβούλιο Επικρατείας, αφού επέλυσε τα ζητήματα κατ’ άρ. 1 παρ. 1 ν. 3900/2010, κράτησε, εκδίκασε και απέρριψε την αγωγή».
Αναδημοσίευση από: enikos.gr




%20(1).jpg)